- περικοκκύζω
- περι-κοκκύζω, umher kuckucken
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
περικοκκύζω — Α φωνάζω γύρω από κάποιον σαν κούκος, δηλ. περιπαίζω κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + κοκκύζω «κράζω»] … Dictionary of Greek
περικοκκάζω — Α περιγελώ, κοροϊδεύω κάποιον («ἐγέλασα... ἀπεπυδάρισα μόθωνα, περιεκόκκασα», Αριστοτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τού περικοκκύζω] … Dictionary of Greek